Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

ΕΡΤ - ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΕΛΥΤΗΣ


ΕΡΤ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΓΟΥΡΑΚΗΣ- ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ ΠΑΛΙ ΟΜΟΙΩΘΗΚΑ - ΕΛΥΤΗΣ


ΕΡΤ -ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ- ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ- Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


ΕΡΤ - ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ



ΕΡΤ - ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ - ΣΕΦΕΡΗΣ, ΕΛΥΤΗΣ



ΓΙΟΧΑΝ, ΕΙΣΑΙ ΑΝΑΙΣΘΗΤΟΣ!

Γιόχαν, είσαι αναίσθητος!
- Γιόχαν! Γιόχαν! Έλα γρήγορα έξω!
- Άσε με ήσυχο! Τώρα πίνω τον καφέ μου και μόλις άνοιξα την εφημερίδα μου.
- Βρε έλα γρήγορα έξω και θα δεις!
« Ρε γαμώτο αυτή η γυναίκα. Πάντα υπερβολική. Με το παραμικρό πανικοβάλλεται. Ποιος ξέρει τι έγινε πάλι. Κανένα σκαθάρι θα είδε στον κήπο και έβαλε αμέσως τις φωνές. Θα τα ακούσει πρωί πρωί μου φαίνεται».
Ο Γιόχαν σηκώθηκε βαριεστημένα και κίνησε προς την πόρτα. Με αργές και νωχελικές κινήσεις τράβηξε τον σύρτη και την άνοιξε. Στάθηκε για λίγο στην εξώπορτα για να γευτεί το μαγιάτικο ήλιο, ανακλαρίστηκε με μεγαλοπρέπεια και φώναξε στη γυναίκα του.
– Έλα, εδώ είμαι, τι θες; Ελπίζω να μη με ξεσήκωσες για ψύλλου πήδημα… Και πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του τη διέκρινε ανάμεσα σ’ ένα κλοιό ανθρώπων και δύο αστυνομικούς – ναι, καλά είδε – να ουρλιάζει και να χειρονομεί απειλητικά προς την κατεύθυνση μιας άλλης γυναίκας. Προχώρησε περισσότερο για να διακρίνει το πρόσωπο της άγνωστης γυναίκας, που τελικά δεν του ήταν καθόλου άγνωστη. Ήταν η Ασπασία, η νέα τους γειτόνισσα, που είχε μετακομίσει εδώ και δύο μήνες περίπου στη διπλανή κατοικία, μαζί με τον άνδρα της και τα δυο τους παιδιά.
«Τι να γινε άραγε;» αναρωτήθηκε χαμηλόφωνα. Στο λίγο χρονικό διάστημα που τους γνωρίζω δεν έχουν δώσει κανένα δικαίωμα. Ίσα ίσα, φαίνονται σοβαροί, ευγενικοί, αξιοπρεπείς, ολίγον ξενέρωτοι και κρυόκωλοι βέβαια, αλλά πάντοτε διακριτικοί…τυπικοί Έλληνες! Το μόνο που θα μπορούσες να τους προσάψεις είναι η τυπολατρία και ο προγραμματισμός τους».
Μ’ αυτές τις σκέψεις δεν κατάλαβε καν για πότε έφτασε κοντά στη Φρίντα, τη γυναίκα του, και πως, σε ανύποπτο χρόνο, έγινε μέρος του προβλήματος. Από τις άναρθρες κραυγές της Φρίντας, αλλά και από τα σχόλια των γειτόνων και μη που είχαν μαζευτεί –σιγά μην έχαναν την ευκαιρία- μέσες άκρες κατάλαβε γρήγορα τι είχε περίπου συμβεί.
Η Φρίντα, αν και Κυριακή πρωί, είχε αφήσει μια σακούλα απορριμμάτων στη γωνία του πεζοδρομίου, κάτω ακριβώς από την κρεβατοκάμαρα της ελληνίδας γειτόνισσάς της. Θεώρησε απόλυτα φυσιολογικό να ξεφορτωθεί τα περισσευούμενα σκουπίδια –είχε βλέπεις κόσμο χθες στο σπίτι, και τα σκουπίδια ήταν πολλά, πού να τα βάλει μέχρι τη Δευτέρα όλα που θα περνούσε το απορριμματοφόρο του δήμου- και δεν είχε άλλη λύση από το να τα βγάλει στο δρόμο. Για κακή της τύχη, όμως, υπήρχε συγκεκριμένο μέρος να τα αφήσει κανείς. Και δεν ήταν άλλο από το πεζοδρόμιο της γειτόνισσας. Από κει και πέρα τα πράγματα πήραν γρήγορα μια δυσάρεστη τροπή, όταν το πρωινό μαγιάτικο αεράκι έφερε τις «ευχάριστες οσμές» απευθείας στην κρεβατοκάμαρα των ελλήνων γειτόνων τους. Η Ασπασία έγινε έξω φρενών, και, παρά τις αντιρρήσεις του άνδρα της, δεν έχασε καιρό και κάλεσε την αστυνομία.
Τα υπόλοιπα ο Γιόχαν τα έβλεπε μπροστά του. Πλήθος περιέργων, φωνές, αντεγκλήσεις, απειλές…
Πάντως, με την παροιμιώδη ψυχραιμία του –αναισθησία κατά τη γυναίκα του- προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα και να συμβιβάσει κάπως τα πράγματα. Φαίνεται μάλιστα προς στιγμήν πως τα κατάφερε, αφού η γυναίκα του σταμάτησε τα ουρλιαχτά και οι περίεργοι τα σχόλια, και δράττοντας την ευκαιρία απευθύνθηκε στους δύο αστυνομικούς.
« Σας ζητώ συγγνώμη εκ μέρους της γυναίκας μου. Σίγουρα δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε. Ίσως δεν το σκέφτηκε καλά, είμαι βέβαιος πως το έκανε άθελά της. Είμαι μάλιστα πρόθυμος να πληρώσω το πρόστιμο, να ζητήσω συγγνώμη και από την κυρία Ασπασία…παρακαλώ το συμβάν να θεωρηθεί λήξαν».
Τι το θελε ο άμοιρος; Πριν προλάβει καν να ολοκληρώσει, η μπόρα πήρε πλέον τον ίδιο. Το τι άκουσε από τη γυναίκα του δεν περιγράφεται! Αυτό, όμως, ήταν το λιγότερο! Όλοι οι γείτονες είχαν πάρει το μέρος της. Τι ρουφιάνα την ανεβάζανε την Ασπασία, τι ακοινώνητη, τι ξιπασμένη, τι… Αλλά και για τον ίδιο τα ειρωνικά σχόλια και οι χαρακτηρισμοί δεν ήταν και λίγα. Μα να παίρνει το μέρος μιας «καταδότριας»; Πού ακούστηκε αυτό; Άσε που τους είχε θυμίσει άλλες εποχές –και δεν έχασαν την ευκαιρία να το επισημάνουν- εποχές αντίστασης και αγώνα, όπου τέτοιοι άνθρωποι σαν την απέναντι, την Ασπασία, συνεργάζονταν με τους κατακτητές και ρουφιάνευαν αγνούς πατριώτες! Είχαν δώσει ήδη εθνική διάσταση στο θέμα και ο Γιόχαν πήρε στα μάτια τους τη μορφή του χειρότερου προδότη. Μα πού ακούστηκε αυτό, να παίρνει το μέρος μιας ρουφιάνας;
Μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα αποδοκιμασιών και σαρκαστικών σχολίων ο Γιόχαν σήκωσε το κεφάλι και τους κοίταζε έναν έναν απορημένος, με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Έβλεπε πλέον καθαρά στα μάτια τους το μίσος και την περιφρόνηση. Ενώ είχε προσπαθήσει να διευθετήσει το ζήτημα, βρέθηκε ο ίδιος στη θέση του κατηγορουμένου. Άσε και το τι θα άκουγε αργότερα ο ίδιος από τη γυναίκα του, όταν θα έμεναν μόνοι τους στο σπίτι. Άραγε, θα του το συγχωρούσε αυτό κάποτε;
Ξαφνικά έλαμψε κάτι στο μυαλό του. Οι δύο αστυνομικοί! Ναι! Τα όργανα της τάξης! Ήταν σίγουρα η μόνη αλλά και σίγουρα ισχυρή του ελπίδα. « Ε, αυτοί φυσικά θα έπαιρναν το μέρος μου! Γι’ αυτό και είχαν έρθει άλλωστε» σκέφτηκε. Όμως, δεν τόλμησε, δεν πρόλαβε καν να τους μιλήσει. Μόλις γύρισε να τους κοιτάξει, είδε στο πρόσωπό τους την αποδοκιμασία και την περιφρόνηση, ενώ ταυτόχρονα δέχονταν και τις παρατηρήσεις τους σαν μαχαιριά στην καρδιά:
« Καλά, είναι δυνατόν, κύριε, να ενοχλεί ο καθένας την αστυνομία δια ασήμαντον αφορμή; Πώς θα επιτελέσει η αστυνομία το υψηλό της έργο, αν χάνει το χρόνο της σε ανούσιες υποθέσεις εξαιτίας της ιδιοτροπίας κάποιων ανθρώπων; Και σεις; Ωραίος σύζυγος! Δεν ντρέπεστε να μην παίρνετε το μέρος της γυναίκας σας;»
Αυτή ήταν η χαριστική βολή –έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Ένιωσε τον κόσμο να χάνεται γύρω του. Άρχισε να ιδρώνει και να του κόβεται η ανάσα. Αισθανόταν από στιγμή σε στιγμή πως θα λιποθυμήσει. Ίσως έτσι να γλίτωνε κιόλας! Πού, όμως, τέτοια τύχη! Μήπως θα τον άφηναν οι άλλοι; Όχι, βέβαια! Τη σκυτάλη άλλωστε ήδη είχε πάρει ο δεύτερος αστυνομικός.
«Ζητήσατε συγγνώμη εκ μέρους της γυναίκας σας; Απ’ αυτήν πρέπει πρώτα να τη ζητήσετε, αλλά και απ’ όλους γύρω σας για την ακατανόητη και συνάμα εξοργιστική στάση σας! Θα πρεπε να ντρέπεστε!»
Ε, αυτό ήταν. Δεν άντεχε άλλο. Μάζεψε όσες δυνάμεις και όσο θάρρος του είχε απομείνει, χαμήλωσε το κεφάλι, και έφυγε σαν βρεγμένη γάτα για το σπίτι του εν μέσω αποδοκιμασιών και χλευασμών. Τα δευτερόλεπτα για να φτάσει ως την εξώπορτα του φάνηκαν ώρες. Τελικά τα κατάφερε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και στάθηκε όρθιος πίσω της προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. «Λες, πράγματι, να έχω εγώ το άδικο; Μήπως υπερέβαλα εαυτόν στην προσπάθειά μου να συμβιβάσω τα πράγματα; Αφού και την αστυνομία, που έχει μάλιστα την υποχρέωση να εφαρμόζει το νόμο, την είχα απέναντί μου, δεν μπορεί, μάλλον εγώ πρέπει να κάνω λάθος. Και η Φρίντα; Πώς με κοίταζε έτσι; Έχω ν’ ακούσω… Θα ρίξει όλες τις ευθύνες πάνω μου! Την εξέθεσα βλέπεις στη γειτονιά… Όχι! Τι είναι αυτά που σκέφτομαι! Αυτή τα ξεκίνησε όλα. Αυτή έβγαλε τα σκουπίδια λάθος μέρα. Αυτή προκάλεσε την αντίδραση της Ασπασίας. Εντάξει, ίσως κι αυτή να φάνηκε υπερβολική με το να καλέσει την αστυνομία. Αλλά είναι και συνηθισμένη αλλιώς! Στην πατρίδα της, την Ελλάδα, η στάση της αυτή θα θεωρούνταν όχι μόνο φυσιολογική αλλά και επιβεβλημένη από τα πράγματα. Εκεί δεν είναι παίξε γέλασε. Ο νόμος είναι νόμος! Η αυθαιρεσία πληρώνεται. Δεν μπορεί να κάνει ο καθένας να ό,τι θέλει και να βγαίνει μετά και από πάνω. Κόσμος, ναι, και εκεί θα μαζευόταν. Αλλά όχι από περιέργεια, όχι για να μετατρέψουν το δίκαιο σε άδικο, να επιδοκιμάσουν τον φταίχτη και να χλευάσουν τον καταγγέλλοντα. Αυτά μόνο στη δική μου χώρα, που θέλει να λέγεται και ανεπτυγμένη, γίνονται!»
Ναι, τα βλεπε πλέον όλα καθαρά! Τι κι αν αυτός τα βλεπε μόνο έτσι; Αυτό ήταν το σωστό πέρα από κάθε αμφιβολία! Κι οι αστυνομικοί; Κι αυτοί, όχι μόνο είχαν άδικο, αλλά δεν εφάρμοσαν και το νόμο.
Το πήρε απόφαση. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ανασύνταξε τις δυνάμεις του, γύρισε, άνοιξε την πόρτα, και με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση πλέον προχώρησε προς το πλήθος. Πλησίασε, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε τη γυναίκα του με κατανόηση αλλά και με τρόπο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις, σαν να της έλεγε «λυπάμαι, αγάπη μου, δεν γίνεται αλλιώς», και με μια κίνηση γεμάτη σιγουριά την άρπαξε από το χέρι και κίνησε να φύγει. Γύρισε, όμως, και προς τους δύο αστυνομικούς –που κοίταζαν πλέον αποσβολωμένοι- και τους είπε σε αυστηρό ύφος: «Κύριοι, σας κάλεσαν εδώ για να κάνετε τη δουλειά σας, να εφαρμόσετε δηλαδή το νόμο. Εσείς παραβιάζετε τους νόμους και αυθαιρετείτε! Αν δεν αλλάξετε στάση, θα σας καταγγείλω στους ανωτέρους σας για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων σας!» Και απευθυνόμενος προς το πλήθος φώναξε: «Κι εσείς! Μην με κοιτάτε απορημένοι. Γυρίστε στα σπίτια σας και σκεφτείτε πραγματικά! Τι θέλουμε; Μια Γερμανία χωρίς νόμους; Ένα κράτος χωρίς δομές; Πολίτες χωρίς συνείδηση; Γι’ αυτό και τόσα χρόνια δεν μπορούμε να ορθοποδήσουμε ως έθνος. Γι’ αυτό και θα μαστε μια ζωή μπανανία που ο καθένας θα κάνει και θα λέει ό,τι θέλει χωρίς έλεγχο, χωρίς φραγμούς, και με την ανοχή μάλιστα των αρχών του κράτους. Η κυρία Ασπασία από τη μικρή Ελλάδα μας έδωσε ένα μάθημα. Όποιος το πήρε το πήρε…».

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη και μέσα στην ανία του ο Δημήτρης παρακολουθούσε ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Ο Τσάρλτον Ίστον, ο γνωστός αμερικανός ηθοποιός, διάβαζε με πάθος χωρία από τη Βίβλο για τη γέννηση του κόσμου.
Επικέντρωσε την προσοχή του, αλλά όχι για πολύ. Κι αυτό γιατί προσπάθησε να συνδυάσει αυτά που άκουγε με τον εαυτό του , τις ανησυχίες, τις σκέψεις, τους προβληματισμούς του. Κυρίαρχο θέμα-ερώτημα το κλασικό «πώς δημιουργήθηκε ο άνθρωπος» και τα παρεμφερή «ποιος είναι ο ανθρώπινος προορισμός», «γιατί να στρέφουμε την προσοχή μας σε συγκεκριμένα πράγματα πιστεύοντας πως θα μας οδηγήσουν στην ευτυχία», «τι είναι τελικά ευτυχία…»
Ενώ τον βασάνιζαν αυτά τα ερωτήματα, πήρε μια σημαντική απόφαση: ν’ αλλάξει στάση ζωής. Να αναθεωρήσει τις μέχρι τότε αξίες του, τα ενδιαφέροντά του, να δει με άλλο μάτι τη ζωή.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε μια τέτοια απόφαση. Το είχε κάνει πολλές φορές, αλλά δυστυχώς πάντοτε με το ίδιο αποτέλεσμα. Η απόφαση αυτή διαρκούσε τόσο όσο και η σκέψη της στιγμής. Μετά από κάποια λεπτά, άντε το πολύ ώρες, την ξεχνούσε και συνέχιζε όπως πριν…
Όχι ότι ήταν δυστυχισμένος με τη ζωή που έκανε, αλλά να …έλειπε αυτό το κάτι που θα έδινε μια άλλη διάσταση στη ζωή του, μια διάσταση που θα του έδινε τη δυνατότητα κάποτε να πει: «Ναι, την έζησα τη ζωή μου έτσι όπως ήθελα να τη ζήσω! Ναι, είμαι ευχαριστημένος! Ναι, μπορώ τώρα ν’ αποδημήσω εις Κύριον, ν’ αντιμετωπίσω το θάνατο!!»
Αυτή τη φορά, όμως, αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Κάτι που θα τον έκανε να μην ξεχάσει την υπόσχεση που έδινε στον εαυτό του κάθε φορά, και που όλο στο τέλος αθετούσε. Αποφάσισε, λοιπόν, να γράψει! Να γράψει, για να μην ξεχάσει! Να γράψει, πρώτα απ’ όλα , για να πείσει τον ίδιο του τον εαυτό!
Μα τι να γράψει; Ούτε κι αυτός καλά καλά ήξερε. Απλά ήθελε να γράψει κάτι που θα τον βοηθούσε ν’ αλλάξει ζωή. Και η απόφασή του αυτή φαινόταν να είναι αμετάκλητη. Την ίδια μέρα, βέβαια, δεν βρήκε τον ανάλογο χρόνο. Όμως, μέρα με τη μέρα η επιθυμία του μεγάλωνε, τόσο που του είχε γίνει πλέον έμμονη ιδέα.
Το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Όχι γιατί δεν ήξερε τι και πώς θα το γράψει, αλλά γιατί και μόνο η σκέψη της δημιουργίας του προκαλούσε απέραντη ηδονή. Ένιωθε ότι γαλήνευε η ψυχή του, ότι και μόνο που θα έγραφε θ’ άλλαζε άρδην και η ζωή του.
Την άλλη μέρα το πρωί είχε ήδη πιάσει δουλειά! Αισθανόταν κατακλυσμένος από ιδέες και φιλοσοφικά αποφθέγματα. Τόσο που η μια σκέψη έσπρωχνε την άλλη, για να προλάβει αυτή πρώτη να κόψει το νήμα!
Έλα, όμως, που όσο περνούσε η ώρα αντί αυτός ο…ποταμός ιδεών ν’ αποτυπωθεί στο χαρτί, οδηγούσε το χαρτί στο καλάθι των αχρήστων! Δυστυχώς, ο μεγάλος του ενθουσιασμός αποδείχτηκε και το μεγαλύτερο εμπόδιο.
Τελικά, όχι μόνο δεν έγραψε τίποτε, αλλά ξέχασε στην πορεία και το σκοπό για τον οποίο ήθελε να το κάνει. Ή μάλλον δεν ήθελε να το σκέφτεται. Άσε που βρήκε και μια καλή δικαιολογία να μην αλλάξει τίποτε στη ζωή του! «Απ’ τη στιγμή που δεν έβρισκα τον τρόπο να καταγράψω αυτά που ήθελα να κάνω», σκέφτηκε, «άρα, δεν θα μπορούσα και να τα κάνω».
Βέβαια, αν και τον στενοχώρησε η αποτυχία του, την ξεπέρασε σχετικά γρήγορα, αφού ήδη είχαν τελειώσει και οι γιορτινές ημέρες, άρχισε πάλι τη δουλειά, και ο ελεύθερος χρόνος του έγινε πάλι ανελεύθερος και αλλοτριωτής του.
Ποτέ όμως να μη λες ποτέ! Η δυνατότητα της συγγραφής θα του δινόταν σχετικά γρήγορα, έξι μήνες μετά, αλλά κατά τρόπο οδυνηρό και απρόσμενο.
Βρισκόταν σε διακοπές στη Σύμη με τη γυναίκα και το παιδί του, την τετράχρονη Ελένη. Φαινόταν πως περνούσε τις καλύτερες διακοπές της ζωής του. Τίποτε δεν προμήνυε αυτό που θα επακολουθούσε. Κι όμως…ένας ισχυρός πόνος στο στήθος την ώρα του βραδινού φαγητού σ’ ένα γραφικό ταβερνάκι, ήταν αρκετός, για να τον στείλει στο κέντρο υγείας της περιοχής, και από εκεί, μετά από την πρώτη εξέταση και τις σχετικές οδηγίες του αγροτικού γιατρού, στο νοσοκομείο «Υγεία» της Αθήνας. Οι εξετάσεις κράτησαν δυο τρεις μέρες και σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα, παρά τις κάποιες ανησυχίες του, δεν πέρασε καν απ’ το μυαλό του ότι θα μπορούσε να έχει κάτι το σοβαρό, αφού άλλωστε και ο πόνος είχε υποχωρήσει.
Το πρωί της τρίτης ημέρας είχε ξυπνήσει με πολύ καλή διάθεση και αστειευόταν με τις νοσοκόμες και τους άλλους ασθενείς του θαλάμου. Αυτή τη σχετικά ευχάριστη –πόσο ευχάριστη βέβαια να είναι μέσα σ’ ένα νοσοκομείο- ατμόσφαιρα διέκοψε η προϊσταμένη του παθολογικού τμήματος του νοσοκομείου, όταν ήρθε και του είπε με μειλίχιο ύφος, ότι τον ήθελε ο διευθυντής του τμήματος.
Αν και εκείνη τη στιγμή δεν κατάλαβε τη σοβαρότητα της κατάστασης, εντούτοις η προσηνής στάση της προϊσταμένης του έκοψε κάπως το χαμόγελο, γιατί τις ημέρες που βρισκόταν στο νοσοκομείο σε καμιά στιγμή δεν του είχε συμπεριφερθεί κατ’ ανάλογο τρόπο. Εν τέλει, την ακολούθησε παραξενεμένος για το τι θα μπορούσε να τον θέλει ο γιατρός, με την κρυφή ελπίδα να τον στείλει στο σπίτι του, δίνοντάς του ίσως κάποια θεραπευτική αγωγή.
Ο γιατρός καθόταν στο γραφείο του με τα χέρια σταυρωμένα έχοντας δεξιά του τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και αριστερά φωτογραφίες, προφανώς της γυναίκας και των παιδιών του. Παραδίπλα του, σ’ ένα μικρό καναπέ, καθόταν μια κυρία χωρίς την άσπρη στολή της γιατρού ή της νοσηλεύτριας, ενώ η προϊσταμένη, κλείνοντας την πόρτα πίσω της, έμεινε κι αυτή στο δωμάτιο, όρθια όμως. Όλη αυτή η κατάσταση, όπως και η θετική στάση του γιατρού, τον παραξένεψε. Άρχισε ν’ αναρωτιέται, αφού όλο αυτό το κλίμα δεν συμβάδιζε με τη νοσοκομειακή ατμόσφαιρα που είχε αντιμετωπίσει τις προηγούμενες ημέρες. «Τι να τον ήθελε ο γιατρός;», «ποια ήταν η μυστηριώδης γυναίκα του καναπέ;». Δυστυχώς γι’ αυτόν οι απαντήσεις, εκτός από αναπάντεχες θα ήταν και οδυνηρές. Όπως έμαθε αργότερα, η μυστηριώδης γυναίκα ήταν η ψυχολόγος του νοσοκομείου και ήταν πάντοτε παρούσα όταν οι γιατροί ανακοίνωναν δυσάρεστα πράγματα σε κάποιον ασθενή τους. Όσο για το γιατρό με το μελιστάλαχτο ύφος, μπήκε απευθείας στο θέμα, αφού του εξήγησε πρώτα πως είναι της «σχολής» να λέγεται όλη η αλήθεια στον ασθενή, άμεσα και ξεκάθαρα.
«Κύριε Βασιλείου», του είπε με το ίδιο πάντοτε ύφος, αν και πιο επίσημο, «έχουμε διαγνώσει κάποιον όγκο στο στήθος, και, σύμφωνα με τις εξετάσεις που σας έγιναν, δυστυχώς είναι κακοήθης».
Αισθάνθηκε να τον έχει χτυπήσει κεραυνός. Το στομάχι του λες και του είχε φτάσει στο λαιμό, άρχισε να ιδρώνει, και λίγο ακόμη και θα έχανε τις αισθήσεις του. Παρ’ όλα αυτά συγκρατήθηκε. Σκέφτηκε πως ίσως δεν άκουσε καλά, πως ίσως παρ’ ότι υπήρχε ο όγκος , θα μπορούσε με την κατάλληλη θεραπεία να τον αντιμετωπίσει. Άλλωστε η ιατρική κάνει θαύματα πλέον. Ανασυγκρότησε, λοιπόν, όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και κατάφερε να ψελλίσει:
«Δηλαδή, γιατρέ, μου λέτε πως πάσχω από καρκίνο των πνευμόνων;»
«Δυστυχώς, ναι, κύριε Βασιλείου», του απάντησε συγκαταβατικά ο γιατρός.
«Κινδυνεύει άμεσα η ζωή μου; Υπάρχει δυνατότητα θεραπείας;» ξαναρώτησε προσπαθώντας να μην λιποθυμήσει.
«Κύριε Βασιλείου, θα σας μιλήσω με απόλυτη ειλικρίνεια» συνέχισε ο γιατρός. «Κανείς άνθρωπος, πόσο μάλλον στη δική σας ηλικία, δεν φαντάζεται πως θα μπορούσε να βρεθεί σ’ αυτή τη θέση. Ο θεός, όμως, δεν κάνει διακρίσεις. Δυστυχώς, πάσχετε από μια ασθένεια που, παρά την τεράστια πρόοδο της ιατρικής, θεωρείται σχεδόν ανίατη. Στην περίπτωσή σας μάλιστα βρισκόμαστε σε προχωρημένο στάδιο, και θα πρέπει να δούμε και αν έχει γίνει μετάσταση σε κάποιο άλλο όργανο του σώματος. Βέβαια, όπως σας προανέφερα, η ιατρική έχει προοδεύσει, υπάρχουν ικανοποιητικές μέθοδοι θεραπείας, τα ποσοστά θνησιμότητας έχουν μειωθεί, θα ακολουθήσουμε μια επιθετική αγωγή με χημειοθεραπείες από αύριο κιόλας, η ελπίδα πεθαίνει πάντοτε τελευταία…»
Είχε σταματήσει πλέον ν’ ακούει. Σε δευτερόλεπτα πέρασε από μπροστά του σαν κινηματογραφική ταινία όλη του η ζωή, πριν σωριαστεί λιπόθυμος στο πάτωμα. Νόμισε σε μια στιγμή πως ο θάνατος ήδη τον είχε βρει. Όμως, το μαρτύριό του μόλις τότε άρχιζε. Ένας θάνατος αργός, ψυχικός, βασανιστικός, χειρότερος και από το φυσικό θάνατο, που στη δική του περίπτωση θα έπαιρνε κι αυτός τη σειρά του.
Ξαναβρήκε τις αισθήσεις του μετά από λίγα λεπτά. Η ελπίδα να ήταν όλα ένα κακό όνειρο χάθηκε κι αυτή, όταν είδε από πάνω του το γιατρό και τις νοσοκόμες. Η πρώτη που του μίλησε, αφού συνήλθε πλήρως, ήταν η ψυχολόγος. Απ’ όσο θυμόταν από τα πρώτα της λόγια –γιατί μετά από μερικά δευτερόλεπτα πλέον δεν την άκουγε- προσπαθούσε να τον πείσει πως ο κύκλος της ζωής του δεν είχε κλείσει, πως η ελπίδα πεθαίνει πάντοτε τελευταία, πως χρειάζεται κουράγιο και δύναμη που πρέπει να τη βρει για να νικήσει την ασθένειά του και άλλα παρόμοια. Αυτός, όμως, σκεφτόταν άλλα. Σκεφτόταν τα τριάντα δύο μόλις χρόνια του, τη ζωή που δεν μπόρεσε να ζήσει, τα όνειρά του, το ανόητο άγχος της καθημερινότητας, το πόσο ηλίθιος είναι τελικά ο άνθρωπος ξοδεύοντας όλη του τη ζωή σε μικροπράγματα, εγκλωβισμένος στο καταναλωτικό άγχος, τις μικρότητες των καθημερινών σχέσεων, τους ανούσιους στόχους. Σκεφτόταν το τι είχε πράξει ως τώρα και, κυρίως, το τι θα μπορούσε να πράξει στο μέλλον αν του δινόταν η δυνατότητα να ζήσει. Σκεφτόταν πρώτιστα τη γυναίκα και το παιδί του, το γλυκό του κοριτσάκι, που δεν θα μπορούσε να το δει να μεγαλώνει, που δεν θα μπορούσε να συζητήσει μαζί του , να του πει αυτά που ήθελε για τη ζωή.
Μάλιστα, δεν σκεφτόταν καθόλου τον πόνο που θα ένιωθαν τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά τον πόνο τον δικό του. Ο άνθρωπος, τελικά, ακόμη και όταν πεθαίνει, παραμένει εγωιστής.
Συνειδητοποίησε, μάλιστα, ότι, όταν κάποιος πεθαίνει, δεν λυπάται για τον ίδιο το θάνατο, αλλά γι’ αυτά που αισθάνεται πως χάνει, γι’ αυτά που, ενώ δεν έδινε την ανάλογη σημασία όσο ζούσε, τώρα θα ήθελε να απολαύσει.
Γύρισε στο δωμάτιό του. Η όψη του είχε αλλάξει. Φαινόταν σα να ήταν τουλάχιστον σαράντα ετών. Δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο παρά μόνο το τέλος. Το τέλος που θα ερχόταν αργά και βασανιστικά. Σχεδόν δεν άκουγε τι του έλεγαν οι υπόλοιποι ασθενείς του θαλάμου, αργότερα η οικογένειά του και οι φίλοι του, οι οποίοι είχαν πια ενημερωθεί κι αυτοί και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να του δώσουν κουράγιο. Μόνο το κοριτσάκι του «έβλεπε» μπροστά του, τη μεγάλη του αδυναμία. Ήθελε να το δει, να το σφίξει στην αγκαλιά του και να μην το αφήσει από τα χέρια του. Το σκεφτόταν και έκλαιγε γοερά. Η Ελένη, όμως, βρισκόταν στο σπίτι της γιαγιάς της. Δεν ήθελε ούτε ο ίδιος ούτε η γυναίκα του να έρθει να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο και να τον δει σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν ήξερε πως θα την αντιμετωπίσει, τι θα της πει.
Μετά από λίγες ημέρες επέστρεψε στο σπίτι του. Είχε πλέον κάπως συνέλθει από το σοκ που δέχτηκε, και προσπαθούσε να βρει πάλι κάποιο ρυθμό στη ζωή του. Κάτι, βέβαια, που δεν ήταν καθόλου εύκολο. Και να ήθελε δεν μπορούσε να ξεχάσει την αρρώστια του απ’ τη στιγμή που του το υπενθύμιζαν συνεχώς η ψυχοπονετική στάση των οικείων του και οι συνεχείς χημειοθεραπείες στις οποίες υποβαλλόταν. Αργότερα, θα προσθέτονταν η έλλειψη μαλλιών και η απώλεια σωματικού βάρους. Η ζωή του, λοιπόν, είχε εισέλθει σε άλλους ρυθμούς, στους ρυθμούς της ασθένειας και του επερχόμενου θανάτου. Σταμάτησε να εργάζεται, να βγαίνει από το σπίτι του, διέκοψε τις πολλές συναναστροφές.
Τότε, λοιπόν, ήταν που επανήλθε η μεγάλη του συγγραφική επιθυμία. Αυτή τη φορά, μάλιστα, η επιθυμία του έγινε πράξη. Άρχισε να γράφει, να γράφει ατελείωτα. Τόσο στο σπίτι όσο και στο νοσοκομείο, όποτε έμπαινε για εξετάσεις και θεραπεία. Επιτέλους έγραφε! Και όχι μόνο αυτό, αλλά αισθανόταν και καλά. Το γράψιμο του επανέφερε κάπως την ψυχική του ισορροπία και τον βοηθούσε να ξεφύγει, έστω και νοητά, από τη θλιβερή πραγματικότητα
Δυστυχώς, γρήγορα κατάλαβε ότι όλα πια ήταν άσκοπα. Τουλάχιστον έτσι έβλεπε τα πράγματα ο ίδιος. Θυμήθηκε ότι είχε προσπαθήσει να γράψει για να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του, ν’ αλλάξει στάση ζωής, και όχι να γράψει απλά για να γράψει. Γι’ αυτό και ένα βράδυ που όλοι στο σπίτι είχαν κοιμηθεί, κάθισε δίπλα στο τζάκι και έκαψε όλα του τα χειρόγραφα. Ήταν το βράδυ εκείνο που έβαλε τη βιντεοκάμερα απέναντί του προσπαθώντας να βρει διαύλους επικοινωνίας με την κόρη του, αφού επερχόταν το μοιραίο. Το είχε σκεφτεί από καιρό πως έπρεπε ν’ αφήσει κάποια παρακαταθήκη , κάποιες συμβουλές, γιατί τον προβλημάτιζε πολύ το μέλλον του παιδιού του, όταν σε δύσκολες στιγμές δεν θα τον είχε δίπλα της να τη βοηθήσει και να την κατευθύνει. Όμως, δεν τα κατάφερε, μολονότι όλο το βράδυ έμεινε άγρυπνος γι’ αυτό το λόγο. Έγραφε κάτι, και μόλις το έβλεπε το στο βίντεο μετάνιωνε και το έσβηνε. Άλλες φορές τον έπιαναν τα κλάματα. Στο τέλος τα παράτησε.
Είχαν περάσει πλέον έξι μήνες και ο Δημήτρης βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας. Είχε εισαχθεί για μια ακόμη φορά στο νοσοκομείο, αλλά αυτή τη φορά καταλάβαινε πως θα ήταν και η τελευταία που θα επέστρεφε σπίτι του. Το καταλάβαινε όχι τόσο από τα μισόλογα των γιατρών και τη στάση των δικών του, όσο από ένστικτο, βλέποντας τις δυνάμεις του ολοένα να λιγοστεύουν. Το επερχόμενο τέλος τον πανικόβαλε. Έπρεπε πάλι κάτι να γράψει. Αυτή τη φορά όχι για να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του, ούτε, όμως, απλά και μόνο για να γράψει, αλλά για να προλάβει ν’ αφήσει κάτι στην κόρη του. Πήρε ένα μολύβι και χαρτί και ξεκίνησε. Δεν ήξερε, όμως, τι ακριβώς να γράψει. Ίδρωσε, ξαναϊδρωσε, γέμισε ένα καλάθι με τσαλακωμένα χαρτιά, και στο τέλος έγραψε:
Ελένη μου, κάνε τη ζωή σου όπως τη θέλεις. Σ’ αγαπώ!
ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ! Προσπάθησα, αλλά
δεν μπόρεσα…
Πήρε το χαρτί, το έβαλε σ’ ένα φάκελο και το άφησε πάνω στο κομοδίνο. Έπειτα έπεσε και κοιμήθηκε ήσυχος…